Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

συνέχιζε ν'ακούγεται ο σκοπός


Τρέχουν όλα γύρω.Τρέχουν όλα αντίθετα με σένα.Κ όσο πιο μακριά σου είναι τόσο πιο αργά πηγαίνουν.Σχεδόν ακίνητα τα βλέπεις να 'ναι.λουσμένα είναι όμως όλα στο φως.μέσα απο δυο τζάμια-ένα για κάθε σου μάτι- αγναντεύεις.μα μισοκλείνουνε τα κοκκινα απ'την αγρύπνια μάτια.δε θες να σε προδώσουν,παλεύεις να μείνουν ανοιχτά,δε θες να αφήσεις να χαθούν τόσες εικόνες,η ομορφιά..
κ χάθηκες στου ορίζοντα το πλάτος μαγεμένη.Μα μονομιάς σπάζουν τα τζάμια,κομμάτια θρίψαλα παντού.πήγες να τα μαζεψεις μα εκέινα ξεπήδησαν γοργά κ έγιναν νότες ψηλές κ χαμηλές που πήραν να λυκνίζονται πέρα-δώθε στα όρια ενός εφτάγραμμου-είχε θαρρώ χρώματα πολλά- που έμοιαζε ν'αγγίζει την άκρη τ'ουρανού.Σηκώθηκες εκστατική κ κοίταξες το εφτάγραμμο να ξεδιπλώνται μπροστά σου.με δισταγμό περπάτησες στις πρώτες νότες πάνω μα ύστερα ξεθάρρεψες κ άρχισες να τρέχεις συνεπαρμένη απ'τον σκοπό που έφτανε στ'αυτιά σου.λαχταρούσες να φτάσεις εκεί που όλα φαίνονταν ν'αργοπορούν ή κ ακίνητα να στέκουν,λαχτάρα είχες να δεις τα μυστικά εκείνα μέρη.περπάτησες πάνω από ένα πελώριο λιβάδι κ έφτασες ανυπόμονη εκεί.κ ήταν εκεί όλα υπέροχα.ένα αεράκι φυσούσε δροσερό κ χάιδευε τις άκρες των μαλλιών σου,ο ήλιος έδυε κ άπλωνε την πορφύρα του στον καθαρό ουρανό.κ ήταν εκεί ένα υφαίστειο μικρό που ανεδυε καπνούς μ' αρώματα που 'ταν διαλεχτά,που τρύπωναν στη μυτη σου κ ένιωθες να εφραίνεσαι στις ονειρικές χρειές τους.κ πίσω απ'το μικρό υφαίστειο ήταν εκεί κρυμμένη μια λίμνη που τα νερά της είχαν μπλε χρωμα βαθύ,κ ήταν ήρεμη γαληνεμένη τόσο που σαν να πρόσταζε κ αυτά τα ίδια σου μάτια να ηρεμίσουν,να γαληνέψουν.κ ο σκοπός συνέχιζε να παίζει κ πάνω στις νότες του μελοποιούσες την κάθε σκέψη που κανες για όλα εκείνα γύρω.κ ένιωθες ήρεμη,γαλήνια κ ήθελες εκεί για πάντοτε να μείνεις.μετά από δυο όμως στιγμές άνοιξες τα μάτια σου αλαφιασμένη κ είδες σκοτάδι γύρω σου.έβγαλες του ήλιου τα γυαλιά απο τα μάτια σου μπροστά κ κατάλαβες πως το λεωφορείο είχε φτάσει πια στη σαλονίκη.κατέβηκες,περπάτησες κ γίναν όλα πάλι φωτεινά.μόνο που το φως δν ήταν εκείνο που γέμιζε βαθυκόκκινες αποχρώσεις τον ορίζοντα,μόνο που το αγεράκι δεν ήρθε να σου χαιδέψει τα μαλλιά,μόνο που δν σκορπιζόταν γύρω αρώματα ευωδιαστά,μόνο που λιμνούλα δν υπήρχε πια,παντού τσιμέντο,μα ο σκοπός ήταν ο ίδιος κ όλα ν'αγγίζουν τα κανε την ευτυχία του ονείρου.
προχώρησες κ μπήκες στο αστικό.τα γυαλιά σου τα είχες φορεμένα.μα είχε αρχίσει να ξεφτύζει το ονειρώδες εκείνο μέρος μες στο νου σου,μαζί του κ η ευτυχία.κ εκεί που ανακάλυπτες καινουργιες παραστάσεις,έπεσε το βλέμμα σου πάνω σε έναν κουρελιάρη.κρατούσε σφιχτά ενα τσιγάρο στα δυο του δάχτυλα πανέτοιμος να το διεκδικήσει μέχρι θανάτου.ήταν σκυφτός κ σκεφτικός,δν έβλεπες τα μάτια του μα ήσουν σίγουρη ότι υγρά ήταν κ κόκκινα.ένιωσες πόνο να ανβλύζει ο γεράκος.κ στον σκοπό που συνέχιζε να κατακλύζει με τους ήχους του τ'αυτιά σου μελοποιούσες τωρα σκέψεις που στην αλήθεια πια βασίζονταν,στην σκληρότητα,την ματαιοδοξία της ανθρώπινης φύσης που αγκαλιάζει κοινωνίες αιώνες τώρα κ πλέκει με τέχνη περισσή τον πόνο κ τη θλίψη.κ εκείνα τα γαλήνεμενα κ ήρεμα σου μάτια γίνανε κοκκινα κ αυτά κ υγρα.κ ο σκοπός συνέχιζε να παίζει,μόνο που τώρα σκέψεις ανάμεικτες σ'αυτόν μελοποιούσες.σκέψεις που σ'έκαναν να σφραγίσεις την ουτοπία στο μυαλό σουσυγκρίνοντας την με την οδυνηρή αλήθεια,να παλέψεις,όπως ο γερος θα παλευε για το μόνο του τσιγάρο,να κάνεις την ουτοπία χειροπιαστή,πραγματική κ μόνιμη.
κοίταξες έξω κ είχες φτάσει στην καμάρα.σηκώθηκες,κατέβηκες κ άρχισες ν'ανηφορίζεις.κ ο σκοπός συνέχισε να παίζει...